Εγκύκλιος σχετικά με τη διάθεση προϊόντων αρτοποιίας

Εγκύκλιος Α2-809/04-08-2014

«Εγκύκλιος σχετικά με τη διάθεση προϊόντων αρτοποιίας»

 

Σε απάντηση ερωτημάτων εκ μέρους των Περιφερειακών Ενοτήτων για την εφαρμογή του άρθρου 10 παρ. 2 του Ν.3526/2007, όπως τροποποιήθηκε με την Υποπαράγραφο ΣΤ.6 παρ. 1α του ν.4254/2014, σας γνωρίζουμε τα εξής:

 

Σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 1 του Ν.3526/2007 «Απαγορεύεται η χρήση του όρου «φρέσκος άρτος» και «φρέσκο αρτοπαρασκεύασμα ή αρτοσκεύασμα»:
α) σε άρτο ή αρτοπαρασκεύασμα ή αρτοσκεύασμα που προορίζονται για πώληση, μετά την πάροδο είκοσι τεσσάρων ωρών από την ολοκλήρωση της διαδικασίας παραγωγής τους, ανεξάρτητα από τις μεθόδους συντήρησης τους,
β) σε άρτο ή αρτοπαρασκεύασμα ή αρτοσκεύασμα που πωλούνται μετά την ολοκλήρωση της έψησης, του μερικώς ψημένου, του διατηρημένου ή κατεψυγμένου άρτου ή του αρτοπαρασκευάσματος ή του αρτοσκευάσματος, ανεξάρτητα από τις μεθόδους συντήρησης τους,
γ) σε άρτο ή αρτοπαρασκεύασμα ή αρτοσκεύασμα, που παράγονται με την έψηση ενδιαμέσων προϊόντων αρτοποιίας, ανεξάρτητα από τις μεθόδους συντήρησης τους».
Ως άρτος και αρτοπαρασκεύασμα, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 περ. γ και δ του Ν.3526/2007 ορίζονται:
«Άρτος» (χωρίς άλλη ένδειξη): Το προϊόν αρτοποιίας που παρασκευάζεται με έψηση μέσα σε ειδικούς κλιβάνους, υπό καθορισμένες συνθήκες μάζας, η οποία αποτελείται από αλεύρι σίτου, νερό, ζύμη και μικρή ποσότητα αλατιού. Αν για την παρασκευή του άρτου χρησιμοποιούνται άλευρα σίτου ή μείγμα αλεύρων άλλων δημητριακών προϊόντων εκτός του σίτου, ο παρασκευαζόμενος άρτος φέρει την ονομασία των αντίστοιχων δημητριακών προϊόντων. Ο άρτος διακρίνεται σε: αα) Λευκό άρτο, που παρασκευάζεται από άλευρα τ. 70%, από μαλακό σίτο και διατίθεται στην κατανάλωση με την ονομασία «άρτος λευκός τ. 70%», ββ) Μαύρο άρτο, που παρασκευάζεται από άλευρα τ. 90%, με πρόσθετη ξηρά γλουτένη σε αναλογία 3% από μαλακό σίτο και διατίθεται στην κατανάλωση με την ονομασία «άρτος μαύρος τ. 90%», γγ) Σύμμεικτο άρτο, που παρασκευάζεται από ισόποση ανάμειξη αλεύρων κατηγορίας Μ, από σκληρό σίτο και άλευρα τ. 70%, από μαλακό σίτο και διατίθεται στην κατανάλωση με την ονομασία «άρτος σύμμεικτος», δδ) Βιολογικό άρτο, που παρασκευάζεται από άλευρα, τα οποία προέρχονται από σίτο βιολογικής καλλιέργειας, σύμφωνα με νόμιμες πιστοποιήσεις.
«Αρτοπαρασκεύασμα»: Το προϊόν αρτοποιίας που παρασκευάζεται από άλευρα ενός δημητριακού ή προσμείξεις αλεύρων διαφόρων δημητριακών, εφόσον ο τρόπος παρασκευής του δεν συμπίπτει με τον τρόπο παρασκευής των ειδών άρτου που περιγράφονται στην περίπτωση δ` και το οποίο διατίθεται στην κατανάλωση με την ονομασία «αρτοπαρασκεύασμα». Αρτοπαρασκεύασμα αποτελεί και η λαγάνα της Καθαράς Δευτέρας.
Αντίθετα, ως αρτοσκεύασμα, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 περ. ε του Ν.3526/2007 ορίζεται:
«Αρτοσκεύασμα» «Το προϊόν αρτοποιίας το οποίο παρασκευάζεται κατά τρόπο ανάλογο με αυτόν της παρασκευής του άρτου, με απλό ή διπλό κλιβανισμό, διαφέρει, όμως, από τον άρτο ως προς την μακροσκοπική υφή και τους οργανοληπτικούς χαρακτήρες του. «Απλά αρτοσκευάσματα»: Τα προϊόντα αρτοποιίας, τα οποία μπορεί να αντικαταστήσουν τον άρτο, όπως φρυγανιές, αρτίδια, φραντζολάκια, κουλούρια, παξιμάδια, ο διπυρίτης άρτος, οι πίττες για σουβλάκια. «Διάφορα αρτοσκευάσματα»: Τα κάθε μορφής και φύσης αρτοσκευάσματα, που παρασκευάζονται κατά τρόπο ανάλογο με τον τρόπο παρασκευής του άρτου, διαφέρουν όμως χαρακτηριστικά από αυτόν, ως προς τους μακροσκοπικούς και οργανοληπτικούς χαρακτήρες τους, λόγω της προσθήκης σε αυτά, πέραν των πρώτων υλών που επιτρέπονται για την παρασκευή του άρτου και άλλων πρώτων υλών που επιτρέπονται από τον Κώδικα Τροφίμων και Ποτών (υπουργική απόφαση 1100/1987 ΦΕΚ Β 788), όπως γάλα, γιαούρτι, βούτυρο, τυροκομικά προϊόντα, αυγά, λιπαρές ύλες, γλυκαντικές ύλες, προϊόντα τομάτας, ελιές, αρωματικές ύλες, προϊόντα αλλαντοποιίας». «Διάφορα αρτοσκευάσματα ζαχαροπλαστικής»: Τα προϊόντα αρτοποιίας, όπως παξιμάδια, κουλούρια, φρυγανιές και άλλα βουτήματα ζαχαροπλαστικής, που περιέχουν υποχρεωτικά λιπαρές ύλες και μια από τις φυσικές γλυκαντικές ύλες που προσδίδει σε αυτά γλυκιά ή γλυκίζουσα γεύση.»
Ειδικότερα, αναφορικά με τις πρώτες ύλες που επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν κατά την παρασκευή και διάθεση στην κατανάλωση άρτου, σύμφωνα με το άρθρο 111 παρ. 19 του Κώδικα Τροφίμων και Ποτών (ΦΕΚ Β΄788/1987), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, προβλέπεται ότι:
«Επιτρέπεται η παρασκευή και διάθεση στην κατανάλωση ειδικών κατηγοριών άρτων που προέρχονται από άλευρα οιουδήποτε τύπου ή κατηγορίας, από σίτο ή άλλα δημητριακά αμιγή ή μίγματα, με την προσθήκη μικρών ποσοτήτων ζάχαρης ή άλλων φυσικών γλυκαντικών ουσιών, λιπαρών υλών, γάλακτος, αυγών, αρωματικών υλών, επιτρεπομένων βελτιωτικών κ.λ.π. Η διάθεση τούτων ρυθμίζεται από τις σχετικές Αγορανομικές Διατάξεις».
Συνεπώς από το ανωτέρω άρθρο του Κώδικα Τροφίμων και Ποτών προκύπτει ότι και τα προϊόντα αυτά εμπίπτουν στις κατηγορίες του άρτου ή του αρτοπαρασκευάσματος.
Τέλος, από το άρθρο 11 του Ν.3526/2007 προκύπτει ότι υποχρέωση συσκευασίας υπάρχει μόνο για τη διάθεση διατηρημένων προϊόντων αρτοποιίας και αρτοπαρασκευασμάτων, η δε συσκευασία του φρέσκου άρτου και των φρέσκων αρτοπαρασκευασμάτων είναι προαιρετική.
Από τα ανωτέρω προκύπτει σαφώς το συμπέρασμα ότι ο φρέσκος άρτος και τα φρέσκα αρτοπαρασκευάσματα, όπως αυτά ορίζονται από τις ανωτέρω αναφερόμενες διατάξεις, συνδυαστικά εφαρμοζόμενες, ζυγίζονται υποχρεωτικά ενώπιον του καταναλωτή σε όλα τα σημεία διάθεσης των προϊόντων αυτών, ενδεικτικά αναφερόμενα φούρνοι, πρατήρια άρτου, σούπερ μάρκετ, ζαχαροπλαστεία.
Στην περίπτωση που τα προϊόντα αυτά διατίθεται συσκευασμένα, η ζύγιση τους πραγματοποιείται με τη συσκευασία η οποία πρέπει να τηρεί τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 4 της ΥΑ – 718/31.7.2014 Κωδικοποίηση Κανόνων ΔΙΕΠΠΥ (φεκ 2090/β/2014).

 

Κατά συνέπεια οι ελεγκτικοί μηχανισμοί οφείλουν να εφαρμόζουν τη νομοθεσία κατά τις διατάξεις της παρούσας εγκυκλίου.

 

 

Δείτε την Εγκύκλιο εδώ.